
Μονάχα για λίγες στιγμές, τα σύννεφα άφησαν το φως του φεγγαριού να φωτίσει τον πιο ψηλό πυργίσκο του κάστρου. Ένα ασθενικό, κάτασπρο πρόσωπο έλαμψε μπροστά στην πανσέληνο και έπειτα το φως έσβησε αμέσως λες και κρύφτηκε φοβισμένο από αυτό που αντίκρισε. Το πρόσωπο έμεινε να κοιτάζει τα μαύρα σύννεφα, εκεί ακριβώς που είχε εξαφανιστεί το φως και τα γαλάζια μάτια του έμοιαζαν να διαπερνούν τον ουρανό. Έμειναν σταθερά να περιμένουν ξανά το φεγγάρι, όμως εκείνο δεν εμφανίστηκε όλη τη νύχτα. Τόσο είχε τρομάξει…
Η νύχτα ήταν υγρή και σκοτεινή και το μόνο που φώτιζε μέσα στον συννεφιασμένο ουρανό ήταν τα γαλάζια μάτια της Μάτζικας. Το πρόσωπο της, κάτασπρο, θα έμοιαζε με δεύτερη πανσέληνο στον ουρανό, αν δεν ήταν τόσο αδύνατο και άρρωστο. Τα μάγουλα της ήταν τόσο ρουφηγμένα, που σχημάτιζαν δυο σκιές κάτω από τα ζυγωματικά, και εξαφάνιζαν την υπόλοιπη φυσιογνωμία. Τα μάτια της είχαν το χρώμα του καθαρού και ήρεμου ουρανού, αλλά μόνο γαλήνιο δεν ήταν το βλέμμα της. Αν σε κοιτούσε η αναπνοή σου πιανόταν και μόνο όταν κουραζόταν από το θέαμα σου και αποτραβούσε την ματιά της, μπορούσες και πάλι να αναπνεύσεις ελεύθερα. Απειλητική και ταυτόχρονα αδύναμη. Δεν ήξερες αν έπρεπε να βοηθήσεις αυτήν την κοπέλα ή να απομακρυνθείς για να μην σε κομματιάσει.
Η Μάτζικα έμεινε να κοιτάζει τον ουρανό περιμένοντας να ξαναφανεί η πανσέληνος. Είχε καιρό να δει το φεγγάρι…Για την ακρίβεια ένα εξάμηνο. Της είχε λείψει πολύ, αλλά…
«Νομίζω πως και αυτό άρχισε να με φοβάται…» μονολόγησε η κοπέλα. Η φωνή της ήταν ψυχρή και αδιάφορη. «Εσύ τι λες;» ρώτησε η κοπέλα και γύρισε να κοιτάξει μέσα στον σκοτεινό πύργο, τινάζοντας τα μακριά, μαύρα μαλλιά της, που γυάλισαν μέσα στην νύχτα σαν να ήταν νερό. Κανείς δεν της απάντησε και εκείνη ξανακούμπησε νωχελικά στο μπαλκόνι του πυργίσκου, για να κοιτάξει ακριβώς εκεί που είχε χαθεί το φεγγάρι.
«Μερικοί είναι πολύ ανόητοι…» είπε μετά από μια μικρή φράση. «Και το φεγγάρι είναι ένα από αυτούς…Δεν μπορώ να καταλάβω, γιατί με φοβούνται…Δεν είμαι πια και τόσο επικίνδυνη…Τις περισσότερες φορές, Μαξ, αστειευόμουν. Απλά σε πείραζα…Αλλά εσύ έτρεμες σαν το ψάρι…». Η Μάτζικα σώπασε για λίγο και αναλογίστηκε. «Καιρό έχουμε να φάμε ψάρι, ε Λούσιφερ; Λούσιφερ;» η κοπέλα τράβηξε το βλέμμα της από τον ουρανό και κοίταξε κάτω στο πάτωμα. «Που είσαι αγάπη μου;»
Μια κατάμαυρη, αρσενική γάτα με γαλάζια μάτια βγήκε από το σκοτάδι και πλησίασε στο μαύρο φόρεμα της Μάτζικας. Εκείνη γονάτισε και σήκωσε τον γάτο στα χέρια της. Αυτός νιαούρισε με νάζι και έτριψε την μουσούδα του στην παλάμη της.
«Τι κάνεις γλυκούλι μου;» ρώτησε τον γάτο και τον κοίταξε με τρυφερότητα. «Αύριο σου υπόσχομαι ότι θα φας ψαράκι. Εντάξει ψιψίνε μου; Εντάξει κούκλε μου;» Σήκωσε την γάτα και έτριψε την μύτη της πάνω στο μουσούδι του. Ο γάτος νιαούρισε χαρούμενα, λες και είχε καταλάβει τι του είχε πει. «Αύριο, πρωί-πρωί, θα στείλω τον Μαξ στην λίμνη…» η Μάτζικα σώπασε απότομα. Όταν ξαναμίλησε η φωνή της είχε χάσει κάθε ίχνος τρυφερότητας και είχε πάρει τον γνωστό αδιάφορο και άκαρδο τόνο της. «Α, ναι το ξέχασα…» έκανε και κούνησε το κεφάλι της, προσπαθώντας να διώξει μια δυσάρεστη σκέψη. «Ξεχνάω εύκολα τώρα τελευταία. Μάλλον θα φταίει που έχω καιρό να δω το φεγγάρι…Ίσως πρέπει να βγαίνω έξω περισσότερο, αν και οι έξοδοι μου προκαλούν πονοκεφάλους και αϋπνίες…Τουλάχιστον ένοιωσα κάπως καλύτερα σήμερα…Να ‘σαι καλά Μαξ. Πάντα ξέρεις πώς να με κάνεις να νοιώθω καλύτερα…Τι να πω; Το έχεις στο αίμα σου…» Ένα ανατριχιαστικό, στριγκό γέλιο αντήχησε από το στόμα της, σε ολόκληρο το κάστρο και έπεσε σαν βροχή για να παγώσει ακόμα πιο πολύ την νύχτα. Δυο νυχτερίδες πέταξαν από την οροφή του πύργου τρομαγμένες. «Νυχτερίδες.» σκίρτησε χαρούμενα η κοπέλα. «Πόσο μ’ αρέσουν οι νυχτερίδες…Ευτυχώς έχουμε πολλές εδώ. Δεν συμφωνείς Λούσιφερ;»
Η γάτα νιαούρισε χαρούμενα, για να συμφωνήσει. Η κοπέλα κοίταξε πάλι μέσα στον πυργίσκο με ενοχλημένο βλέμμα.
«Εσύ πάλι Μαξ, όλο τις ενοχλούσες…» διαπίστωσε αποδοκιμαστικά η Μάτζικα. «Τι πρόβλημα είχες ποτέ μου δεν το κατάλαβα…Και ούτε πρόκειται, όπως φαίνεται…» συνέχισε η κοπέλα αδιάφορα. Έπειτα όμως σοβάρεψε και το ύφος της ήταν προειδοποιητικό. «Και μην νομίζεις πως δεν είχα παρατηρήσει, ότι συνέχεια έκανες θόρυβο και χτύπαγες παλαμάκια, όταν έμπαινες στο δάσος για κυνήγι την νύχτα. Απλά δεν σου έλεγα τίποτα, γιατί όποτε σου μιλάω γίνεσαι κάτασπρος…Και το σιχαίνομαι, όταν χλομιάζουν οι άλλοι…» είπε η κοπέλα με ένα νεύμα του χεριού της όλο αποστροφή. «Δεν το μπορώ, όταν οι άλλοι ασπρίζουν. Γι αυτό σε λατρεύω εσένα, γατούλη μου.» είπε και χάιδεψε το κεφάλι του Λούσιφερ. «Γιατί ξέρω ότι δεν θα ασπρίσεις ποτέ. Θα μείνεις για πάντα ο μαύρος, λατρεμένος μου γατούλης…»
Η Μάτζικα έσφιξε στην αγκαλιά της τον Λούσιφερ με στοργή.
«Το μόνο που ανέχομαι να είναι άσπρο, είμαι εγώ και το φεγγάρι!» δήλωσε αποφασιστικά μετά από μια μικρή παύση. «Και επιτέλους δεν καταλαβαίνω, γιατί με φοβόσουν τόσο, Μαξ;»
Καμία απάντηση.
«Νεκρική σιγή…» σχολίασε η Μάτζικα. «Μα τι φοβόσουν; Ότι θα σε δαγκώσω;»
Η Μάτζικα ξέσπασε πάλι σε ένα παγωμένο, τρομαχτικό γέλιο. Ένα κοράκι, που καθόταν ήρεμο πάνω στον πύργο, έκρωξε δυνατά φοβισμένο και πέταξε γρήγορα μακριά από το δάσος. Σίγουρα δεν θα ξαναπλησίαζε ποτέ αυτό το απαίσιο μέρος...Ότι ζωντανό κι αν υπήρχε στο κάστρο είχε πεθάνει από το φόβο του. Από κάπου μακριά ακούστηκε το φοβισμένο κλάμα ενός μωρού, όμως η κοπέλα συνέχισε άσπλαχνα να γελάει μέχρι που τα μάτια της δάκρυσαν.
«Μα, τι με έχει πιάσει;» αναρωτήθηκε η κοπέλα, ξαφνιασμένη από το κέφι της, και σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια της. «Σε καλό να μου βγει…Μου φαίνεται Λούσιφερ, πως η σημερινή μας «περιπέτεια» μου έκανε καλό τελικά. Θα το κάνω πιο συχνά, από εδώ και πέρα…»
Ο Λούσιφερ ανατρίχιασε ακούγοντας τα λόγια της Μάτζικας και έγδαρε λίγο με τα νύχια του το χέρι της. Ωστόσο η κοπέλα δεν φάνηκε να πονάει ιδιαίτερα, παρά μόνο να ενοχλείται.
«Εντάξει, εντάξει, όπως θες…Όχι άλλο για αυτόν τον μήνα…» υποσχέθηκε η κοπέλα και χάιδεψε το αφηρημένα τον γάτο της. Ο Λούσιφερ νιαούρισε ευχαριστημένος και βολεύτηκε στην αγκαλιά της κοπέλας. Ένας παγωμένος, βόρειος άνεμος φύσηξε και ανακάτεψε τα λαμπερά μαλλιά της. Ούτε εκείνη, ούτε ο γάτος της όμως έδωσαν σημασία. Η Μάτζικα είχε καρφωμένα τα μάτια της στο σημείο που είχε εξαφανιστεί το φεγγάρι…Ήθελε πολύ να του μιλήσει…
«Έξι μήνες…Έξι μήνες πέρασαν κι ακόμα να εμφανιστεί. Σχεδόν μισός χρόνος…Δεν νομίζω, πως μπορεί κανένας, να με κατηγορήσει, γι αυτό που έγινε σήμερα. Ήταν αναμενόμενο…» μονολόγησε η κοπέλα κάπως θυμωμένα και με μια νότα πίκρας στη φωνή της. «Αν ήθελε τουλάχιστον να με βοηθήσει, ας εμφανιζόταν για λίγο, ίσα να με ακούσει για πέντε λεπτά και μετά ας εξαφανιζόταν πάλι…»
Όσο επίμονα, όμως κι αν κοιτούσε η κοπέλα τον ουρανό, όσο κι αν παρακαλούσε για λίγο σεληνόφως, το φεγγάρι ήταν ανυποχώρητο. Δεν εμφανίστηκε όλη την νύχτα ούτε για μια στιγμή.
«Πες μου Μαξ, μόνο πάνω από το κάστρο μου κρυβόταν ή δεν έχει εμφανιστεί εδώ και μισό χρόνο σε ολόκληρο το χωριό;»
Σιωπή.
«Δεν μιλάς, λοιπόν…Μάλλον τα νέα είναι άσχημα…Ώστε μπορεί να κρύβεται μόνο πάνω από μένα. Εντάξει αφού θέλει να παίξουμε έτσι θα χρησιμοποιήσω κι εγώ αθέμιτα μέσα. Αύριο, Λούσιφερ, θα περάσουμε την νύχτα μας στο χωριό.»
Αν το γέλιο της κοπέλας, προηγουμένως, είχε τρομάξει όλο το κάστρο τα λόγια που ξεστόμισε τώρα ήταν ικανά να παγώσουν το αίμα όλων των ζωντανών ψυχών…Ακόμα και ο αέρας τρόμαξε και σταμάτησε να ανακατεύει τα μαλλιά της. Ο Λούσιφερ νιαούρισε παρακλητικά στην Μάτζικα και εκείνη αναστέναξε κουρασμένη.
«Τι έχεις πάθει Λούσιφερ μου; Παλιά δεν σε ενοχλούσαν οι εξορμήσεις μου…Σαν πολύ πονόψυχος δεν έχεις γίνει;»
Η Μάτζικα κοίταξε τον γάτο παραξενεμένη και κάπως απογοητευμένη. Εκείνος νιαούρισε γλυκά και τρίφτηκε πάνω της. Η κοπέλα ένοιωσε κάπως ανακουφισμένη.
«Καλά, καλά, καταφερτζή…Έτσι κι αλλιώς σου υποσχέθηκα πως δεν θα κάνω τίποτα άλλο για αυτόν τον μήνα…Στο χωριό όμως θα πάω.» δήλωσε αποφασιστικά. «Σου υποσχέθηκα πως αύριο θα φας ψάρι και εγώ κρατάω τις υποσχέσεις μου…Τώρα που ο Μαξ δεν μπορεί πια να πηγαίνει, μάλλον θα βγαίνω εγώ…Έτσι θα δω και το φεγγάρι…»
Όσο μιλούσε τα μάτια της ήταν καρφωμένα στον ουρανό, εκεί που είχε προβάλει το φως.
«Μαξ, ποια ρούχα να πάρω μαζί μου;»
Κανείς δεν απάντησε.
«Πφφφ…Εσείς οι υπηρέτες δεν παίρνετε ποτέ πρωτοβουλίες…» Ο Λούσιφερ γλίστρησε από την αγκαλιά της. «Μια ζωή σιωπηλοί και υπάκουοι…Ακόμα και όταν πεθαίνετε παραμένετε σιωπηλοί…» σχολίασε η Μάτζικα και μπήκε μέσα στο σκοτεινό της δωμάτιο.
Τα σύννεφα απομακρύνθηκαν και το φως των αστεριών φώτισε το δωμάτιο του πυργίσκου. Ο Λούσιφερ έτρεξε κοντά στο φουστάνι της κοπέλας, αφήνοντας πίσω του μικρά, αιματοβαμμένα σημάδια από τις πατούσες του. Πλησίασε το πτώμα του υπηρέτη, που κειτόταν άψυχο και παγωμένο μπροστά στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας, με τα δυο του μάτια γυάλινα, ορθάνοιχτα και καρφωμένα στο ταβάνι. Δυο μεγάλα σημάδια από δόντια αιμορραγούσαν στον λαιμό του, βάφοντας το πέτρινο πάτωμα κόκκινο. Ο γάτος στάθηκε και κοίταξε στο πρόσωπο του Μαξ και είδε να καθρεφτίζεται μέσα του ο θάνατος. Η Μάτζικα γύρισε και κοίταξε τον Λούσιφερ.
«Τι τρέχει, ψιψίνε μου;»
Ο γάτος ακούμπησε τα πατουσάκια του πάνω στον δαγκωμένο λαιμό του Μαξ.
«Δίκιο έχεις…» συμφώνησε η κοπέλα. «Το καλύτερο άφησα…»
Η Μάτζικα έσκυψε και δάγκωσε ακόμα πιο βαθιά τον λαιμό του υπηρέτη της. Αίμα έτρεξε από τον ήδη πληγωμένο λαιμό του και λέρωσε ακόμα πιο πολύ το δωμάτιο. Ρυάκια αίματος έβαψαν τα χέρια της Μάτζικας και έτρεξαν στο αιμοταβαμμένο της φόρεμα. Τα αστέρια φώτισαν τις βαθυκόκκινες, στραφταλιστές σταγόνες, που έτρεχαν πάνω στους πέτρινους τοίχους σχηματίζοντας λεπτές κόκκινες γραμμές. Ο δίσκος με το φαγητό που είχε φέρει ο Μαξ, είχε αναποδογυρίσει και το κόκκινο κρασί είχε χυθεί στο πάτωμα και είχε ανακατευτεί με το αίμα του υπηρέτη. Ο Λούσιφερ πλησίασε στη λιμνούλα, που σχημάτιζαν το κρασί και το αίμα και ξεδίψασε. Η κοπέλα τελείωσε το βραδινό της, σκούπισε το σαγόνι της και κοίταξε πάλι στο σημείο που είχε εξαφανιστεί το φως του φεγγαριού.
«Θα τα πούμε σύντομα…» υποσχέθηκε. Ύστερα ξάπλωσε στο κρεβάτι της, αγκάλιασε τον Λούσιφερ και έμεινε ξάγρυπνη για όλο το βράδυ.