Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2009

Σειρήνα


«Εκεί είναι! Πάμε!»
«Λιντς φοβάμαι…Δεν θέλω να πάω…» ικέτεψε το αγόρι.
«Τώρα είναι πολύ αργά Ντένις. Αν δεν έρθεις μαζί μου, θα πω σε όλους, πως πήγα μόνος μου και πως εσύ έμεινες πίσω και κρυβόσουν σαν μπέμπης.» τον απείλησε ο αδερφός του.
Ο Ντένις κοντοστάθηκε και μούτρωσε. «Δεν θα κρυφτώ…» μουρμούρισε πληγωμένος.
«Καλά κάνε ό,τι θες…» του πέταξε ο Λιντς. «Εγώ θα πάω!»
Ο Ντένις έμεινε ακίνητος. Δεν ήθελε να ακολουθήσει τον αδερφό του, ίσα στο στόμα του λύκου…Δεν ήθελε, όμως, να τον περάσει και για κανέναν φοβητσιάρη! Το μικρό αγόρι στεκόταν αναποφάσιστο, όταν άκουσε κάτι κλαδιά να σπάνε από πίσω του. Έβαλε φτερά στα πόδια του και έφτασε τον Λιντς; που είχε σταματήσει μπροστά σε ένα μικρό ποτάμι. Δεν φαινόταν καθόλου σίγουρος αν ήθελε να το διασχίσει ή αν ήθελε καν να το ακουμπήσει. Είχε ακούσει απαίσιες ιστορίες για τα νερά αυτού του δάσους. Οι παλιότεροι έλεγαν πως είναι καταραμένα καν αν τα ακουμπήσεις, παγωμένα χέρια, φτιαγμένα από το ίδιο το νερό, ανέβαιναν στο λαιμό σου και σε στραγγάλιζαν πριν προλάβεις καν να τα δεις. Άλλοι πάλι έλεγαν πως αν ακολουθούσες τα ποτάμια του δάσους, έφτανες μπροστά σε μια τεράστια, μαγεμένη λίμνη, και ότι αν στεκόσουν πολύ κοντά της, θα άκουγες την φωνή της να σε καλεί, να μπεις μες στην θάλασσα για να γίνεις ένα με την λίμνη.
«Τι θα γίνει; Δεν θα περάσεις;» ρώτησε ο Ντένις τον αδερφό του. Δεν του άρεσε να στέκεται στο ίδιο σημείο για πολύ ώρα. Ένοιωθε συνέχεια το βλέμμα κάποιου, πάνω τους και αυτό τον έκανε να ανατριχιάζει.
Ο Λιντς αγρίεψε.
«Εσύ πριν από λίγο δεν ήθελες να κάνεις βήμα παραπέρα. Τώρα τι σε έπιασε και βιάζεσαι; Να!» έκανε το αγόρι και άνοιξε τον δρόμο στο μικρό του αδερφό. «Πέρνα, αφού έγινες ξαφνικά έτσι λεοντόκαρδος.»
Ο Ντένις έμεινε στην θέση και κοίταξε φοβισμένος το ποτάμι. Στα μάτια του καθρεφτίστηκαν τα κρυστάλλινα γαλάζια νερά και στο μυαλό του άκουσε τη φωνή της μητέρας του, που του έλεγε ποτέ να μην πλησιάσει τα νερά του δάσους. Αχ, μα πως είχε μπλέξει έτσι; Το μόνο που ήθελε ήταν να γυρίσει σπίτι του και ξαπλώσει στο κρεβατάκι του…Δεν ήθελε ούτε να ακουμπήσει το ποτάμι, ούτε να τον πιάσει αυτός που τους παρακολουθούσε τόση ώρα.
Ωστόσο ο Λιντς φαινόταν να έχει ξεχάσει και πάλι τον αδερφό του. Στεκόταν και κοίταζε και εκείνος το ποτάμι. Δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσει τον Ντένις να ακουμπήσει το νερό, αν και ήξερε από την αρχή, πως ο μικρός δεν θα έκανε ποτέ μια τέτοια τρέλα. Το μυαλό του Λιντς είχε πάρει φωτιά, ενώ σκεφτόταν, πώς να περάσει το ποτάμι, χωρίς να το διασχίσει και χωρίς να χρειαστεί να το ακουμπήσει. Ξαφνικά το αγόρι, πετάχτηκε από την θέση του, μάζεψε ένα κλαράκι από κάτω και ετοιμάστηκε να το πετάξει στο νερό.
«ΜΗ!» ούρλιαξε ο Ντένις. «Τι κάνεις Λιντς; Τρελάθηκες; Θέλεις να την εξαγριώσεις;»
«Σταμάτα να μιλάς, σπόρε! Ξέρω τι κάνω.» δήλωσε το αγόρι και πέταξε το κλαράκι με ορμή μέσα στο ποτάμι. Το ξυλαράκι παρασύρθηκε από το ρεύμα και χάθηκε γρήγορα από τα μάτια τους.
«Κατάλαβες Ντένις;» γύρισε ο Λιντς στον αδερφό του, με θριαμβευτικό ύφος. «Αν δεν εξαγριώθηκε με το κλαράκι, γιατί να μην αφήσει και εμάς να περάσουμε το ποτάμι; Κατάλαβες;»
Ο Ντένις δεν μίλησε. Αμφέβαλλε πολύ για την άποψη του Λιντς. Μα τι νόμιζε; Ότι θα δεν θα μπορούσε η Σειρήνα να καταλάβει την διαφορά, από ένα κλαρί και από έναν άνθρωπο; Ο Ντένις αποτραβήχτηκε και πάλι από τα νερά και στάθηκε κοντά σε κάτι θάμνους, Από πίσω του άκουσε και πάλι κλαριά να σπάνε. Το αγόρι έκανε και πάλι ένα βήμα προς τα πίσω και ακούμπησε στον κορμό ενός δέντρου. Ένιωθε εγκλωβισμένος σε έναν εφιάλτη, που δεν έλεγε να τελειώσει. Ακούμπησε την πλάτη του σε ένα δέντρο κι ένα φύλλο έπεσε πάνω στον ώμο του. Με τον πανικό, όμως, να πλημμυρίζει κάθε εκατοστό του κορμιού του, αυτό το απαλό άγγιγμα του φάνηκε σαν χέρι που τον γράπωσε σφιχτά τον ώμο. Ο Ντένις στρίγκλισε με όλη του την δύναμη και έτρεξε να σωθεί, πηγαίνοντας όλο ευθεία στο ποτάμι. Βούτηξε τα πόδια του μέσα στα νερά και πάγωσε από την κορφή μέχρι τα νύχια. Δεν σταμάτησε όμως. Διέσχισε το ποτάμι και όταν έφτασε στην απέναντι όχθη, έπεσε με το πρόσωπο στο χώμα και άρχισε να κλαίει.
Ο Λιντς είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό. Στα αυτιά του η στριγκλιά φόβου και απόγνωσης του Ντένις ακούστηκε σαν κραυγή μάχης. Δεν μπορούσε να πιστέψει, πόσο γενναίος ήταν ο αδερφός του, που είχε διασχίσει έτσι μεμιάς τα στοιχειωμένα νερά του δάσους, ενώ αυτός καθόταν και έριχνε κλαδάκια από την όχθη.
«Ντένις;» ψιθύρισε το αγόρι. Ο Ντένις, όμως δεν τον άκουγε. Έκλαιγε με λυγμούς και ένοιωθε την ψυχή του να σφυροκοπά μέσα στο σώμα, λες και ήθελε να βγει από αυτό για να σωθεί. Το αγόρι έκλεισε σφιχτά τα μάτια του και προσευχήθηκε να τελειώσει γρήγορα αυτός ο εφιάλτης.
Ο Λιντς πήρε μια βαθιά ανάσα. Αφού ο Ντένις δεν είχε πάθει τίποτα, τότε και αυτός μπορούσε να περάσει το ποτάμι. Γεμάτος αποφασιστικότητα και πυγμή πάτησε στα κρυστάλλινα νερά του ποταμού. Όλο το σώμα του πάγωσε και η καρδιά του άρχισε να χτυπάει δυνατά. Είχε φτάσει στα μισά του ποταμιού, όταν ένα απειλητικό βουητό ακούστηκε μέσα από το ποτάμι. Ο Ντένις σταμάτησε να κλαίει και γύρισε να κοιτάξει τον αδερφό του. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε…Ο αδερφός του, βουτηγμένος μέχρι το γόνατο, στα μαγεμένα νερά του δάσους…Πριν καλά-καλά καταλάβουν τι γινόταν, το ποτάμι φούσκωσε και τα νερά του έγιναν ορμητικά σαν χείμαρρος. Ο Λιντς προσπάθησε να αντισταθεί στην ορμή του νερού και να γυρίσει πίσω, αλλά η προσπάθειά του ήταν καταδικασμένη. Το νερό κάλυψε το πρόσωπό του και έπνιξε την κραυγή του. Ήπιε νερό και άρχισε να βήχει, τα πόδια του γλίστρησαν, γύρισε ανάποδα και χτύπησε το κεφάλι του σε μια πέτρα. Όλα έσβησαν γύρω του και το αναίσθητο κορμί του παρασύρθηκε από τα ορμητικά νερά στο έλεος της Σειρήνας.
Ο Ντένις έμεινε να κοιτάζει εκεί, που εξαφανίστηκε ο αδερφός του. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Από μωρό άκουγε ιστορίες για τα στοιχειωμένα νερά του δάσους και φοβόταν. Τα άλλα παιδιά τον κορόιδευαν και του έλεγαν, πως όλα αυτά είναι χαζομάρες, που λένε οι μεγάλοι για να τους τρομάξουν και να φάνε το φαΐ τους. Μέχρι εκείνη την στιγμή δεν ήξερε ποιον να πιστέψει. Όλα θα μπορούσαν να βρίσκονταν στην φαντασία του: το αίσθημα πως κάποιος τους ακολουθούσε μπορούσε να είναι ψευδαίσθηση, το κλαράκια που άκουγε να σπάνε, μπορούσε να ήταν από κάποιο ζώο του δάσους, ακόμα και το χέρι που τον γράπωσε, μπορούσε να ήταν η ιδέα του. Το ποτάμι όμως…Το ποτάμι είχε φουντώσει ξαφνικά, με το που πάτησε ο Λιντς και τώρα, να, το έβλεπε μπροστά του αγριεμένο, να έχει παρασύρει τον αδερφό του στην αγκαλιά της Σειρήνας.
Και τώρα, σκέφτηκε το αγόρι. Τι πρέπει να κάνω; Πρέπει να γυρίσεις πίσω, του είπε μια φωνούλα μέσα του. Πρέπει να το πεις στους γονείς σου. Να έρθουν και να ψάξουν οι μεγάλοι. Εσύ είσαι τόσο μικρός…Τι μπορείς να κάνεις; Πρέπει να σκεφτείς λογικά και να γυρίσεις πίσω. Μόνο έτσι μπορείς να τον βοηθήσεις. Ο Ντένις σηκώθηκε αποφασισμένος από την θέση του και έπεσε μέσα στο ορμητικό ποτάμι, για να βρει τον αδερφό του.

Ο Λιντς άνοιξε τα μάτια του. Είδε πάνω από το κεφάλι του τον γαλάζιο ασυννέφιαστο ουρανό. Όλο το σώμα του πονούσε…Ανασηκώθηκε με δυσκολία και κοίταξε μπροστά του. Αυτό που είδε τον άφησε άφωνο. Βρισκόταν στις όχθες μιας τεράστιας, μαύρης λίμνης και πάνω στα ακύμαντα νερά της καθρεφτιζόταν η πανσέληνος, παρόλου που ο πρωινός ουρανός φώτιζε πάνω από το κεφάλι του. Τα νερά της σκοτεινά και ήρεμα έμοιαζαν να μην είναι από νερό. Σαν κάποιο άλλο, άγνωστο, επικίνδυνο υγρό, να είχε δημιουργήσει την μαγεμένη αυτήν λίμνη. Στον Λιντς αυτά νερά έμοιαζαν με κενό αέρος. Του φαινόταν πως πάνω από αυτήν την λίμνη δεν υπήρχε τίποτα, ούτε πουλιά, ούτε αέρας, ούτε ζωή…Αν έπεφτε μέσα σε αυτήν την λίμνη, θα ήταν λες και έπεφτε σε μαύρη τρύπα...Δεν θα μπορούσε ποτέ να βγει από τα απύθμενα βάθη της. Θα έμενε εκεί μέχρι από τα πνευμόνια του να στερέψει και η παραμικρή υποψία αέρα και ανήμπορος πια να γίνει ένα από τα στοιχεία της. Ανατρίχιασε. Γύρω από την λίμνη υπήρχε ένα πυκνό δάσος από έλατα. Πουθενά δεν έβλεπε το ποτάμι, που τον είχε ξεβράσει εκεί.
Το αγόρι σηκώθηκε και κοίταξε τριγύρω του. Λίγα μέτρα πιο πέρα είδε το σώμα του Ντένις. Τα μάτια του ήταν κλειστά, όμως μπορούσε να δει το στήθος του να ανεβοκατεβαίνει αργά. Ανέπνεε… Και έμοιαζε τόσο ήρεμος. Λες και βρισκόταν στο πιο ήσυχο και γαλήνιο μέρος του κόσμου. Ούτε από εκείνη την πλευρά έβλεπε κάποιο ποτάμι που να μπορούσε να τους έχει φέρει εδώ…Ξαφνικά παρατήρησε, πως ενώ τα δικά του ρούχα ήταν κομματιασμένα, το σώμα του πόναγε ολόκληρο και σίγουρα μπορούσε να πιάσει ένα καρούμπαλο στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, ο Ντένις ήταν μια χαρά. Τα ρούχα του ήταν στεγνά κι ολόκληρα, το σώμα του άθικτο. Ούτε μια γρατσουνιά.
«Ντένις;» ψέλλισε το αγόρι.
Ξαφνικά η γη άρχισε να τρέμει. Ένα βουητό ξεχύθηκε από τα βάθη της λίμνης σαν το μουγκρητό δέκα θαλάσσιων δαιμόνων, που ετοιμάζονταν για επίθεση. Το αγόρι άρχισε να τρέμει ανεξέλεγκτα. Ήθελε να σηκωθεί και να τρέξει, όμως δεν μπορούσε να κουνηθεί. Ένιωθε το σώμα του κολλημένο με την Γη. Τα νερά της λίμνης άρχισαν να αναταράζονται από κάπου πολύ βαθιά. Σαν μια τεράστια ρουφήχτρα να κατάπινε το μαύρο διαυγές νερό. Δεν μπορούσε να καταλάβει πόση ώρα πέρασε έτσι. Δεν είχε συναίσθηση του χρόνου, ούτε του τόπου…Ένοιωθε λες και είχε βγει από το σώμα του. Λες και ο φόβος του τον οδηγήσει κάπου έξω από το κορμί του, για να μην τρελαθεί. Από λεπτό σε λεπτό θα λιποθυμούσε…Το ήξερε…Το ένοιωθε…
Από το κέντρο της λίμνης του φάνηκε πως είδε κάτι. Κάτι γαλαζωπό, μέσα στο μαύρο-άσπρο των σκοτεινών, ανταριασμένων νερών. Τα νερά άρχισαν να τον πλησιάζουν σιγά-σιγά. Τώρα θα με καταπιούν, σκέφτηκε το αγόρι…Έκλεισε τα μάτια του και πήρε μια βαθιά ανάσα. Για πρώτη φορά στην ζωή του συνειδητοποιούσε, πόσο αναγκαίος του ήταν αυτός ο αέρας…Πόσο καθαρός και αγνός ήταν….Πόσο απαραίτητος…Δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια του…Γιατί να το καταλάβει τόσο αργά…Ήταν μόλις δεκαπέντε χρονών, γιατί να πεθάνει έτσι; Δεν είχε γνωρίσει τίποτα ακόμα…Αλλά ακόμα κι αυτά που είχε γνωρίσει δεν τα είχε ποτέ του καταλάβει…Δεν τα είχε χαρεί, όπως πρέπει. Ένοιωσε το παγωμένο, σκοτεινό νερό να ακουμπάει τα γυμνά του πόδια. Προσπάθησε να μην σκέφτεται αυτό που θα επακολουθήσει…Να μην σκέφτεται όσα δεν πρόλαβε να κάνει…Όσα χάνει…
Ξαφνικά μια και μοναδική σκέψη τον πλημμύρισε. Ο Ντένις!
«Ντένις!» στρίγκλισε με όλη του την δύναμη και άνοιξε τα μάτια του. Μπροστά του έβλεπε μόνο μαύρο νερό, όμως ο ίδιος δεν είχε βυθιστεί. Το νερό του έφτανε λίγο πιο κάτω από τα γόνατα. Προσπάθησε να κινηθεί, όσο πιο γρήγορα γινόταν στο σημείο, που είδε για τελευταία φορά τον αδερφό του, αλλά το νερό τον εμπόδιζε. Η λίμνη αναδευόταν ακόμα άγρια και τα νερά της άφριζαν σχηματίζοντας παχιές, άσπρες κορδέλες από αφρό. Σκόνταψε πάνω σε κάτι και έπεσε μέσα στο νερό. Είδε το κορμί του αδερφού του, ήρεμο και γαλήνιο να κοιμάται κάτω από το νερό…Τον τράβηξε στην επιφάνεια και τον πήρε αγκαλιά, ενώ δάκρυα κυλούσαν στο ήδη βρεγμένο πρόσωπό του. Έπρεπε να φύγουν από εκείνο το μέρος…Εκείνος τον είχε φέρει εκεί και εκείνος θα τον γύριζε πίσω σώο και αβλαβή. Ακόμα κι αν έπρεπε να θυσιαστεί στην προσπάθεια…
Ένα γαλάζιο φως τον τύφλωσε και έπεσε μέσα στο νερό, γονατιστός. Δεν έβλεπε τίποτα, όμως πάσχισε να κρατήσει το κεφάλι του Ντένις έξω από το νερό…
«Συγγνώμη» ψέλλισε και το σώμα του άρχισε να τραντάζεται από λυγμούς.
«Λόγια μετάνοιας;» ακούστηκε μια δυνατή γυναικεία φωνή.
Ο Λιντς δεν μπορούσε, να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Μια θεόρατη γυναίκα στεκόταν μπροστά του…Περίπου τρία μέτρα θα ήταν…Το δέρμα της γαλάζιο ήταν η πηγή του φωτός, που τον τύφλωνε…Τα μαλλιά της σγουρά, στο χρώμα του ωκεανού έφταναν μέχρι τα ανταριασμένα νερά της λίμνης. Το πρόσωπό της σκληρό, όπως η φωνή της, και το σαγόνι της τόσο τετραγωνισμένο και επιβλητικό…Έμοιαζε να εκπέμπει κύματα αποφασιστικότητας. Τα μάτια της τεράστια. Τον κοίταζαν από την κορυφή ως τα νύχια με ένα παγωμένο, γαλάζιο βλέμμα, που τον έκοβε στην μέση. Η γυναίκα φορούσε ένα γαλάζιο μακρύ φόρεμα κεντημένο από την θαλασσοταραχή…Κρατούσε ένα πελώριο, σαν εκείνη, σκήπτρο φτιαγμένο από πάγο, που στην κορυφή του είχε μια γαλάζια μπάλα και ένα δελφίνι σκαλισμένο πάνω της. Ο Λιντς ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Πάντα άκουγε ιστορίες γι αυτό το πνεύμα…Άλλοι έλεγαν πως είναι απλά αέρας, άλλοι ψάρι, άλλοι πεντάμορφη γυναίκα…Κανείς, όμως δεν την είχε περιγράψει έτσι όπως την έβλεπε εκείνος. Δεν χώραγε όμως καμία αμφιβολία…Μπροστά του στεκόταν η Σειρήνα.
«Πολύ αργά, μικρέ…» απάντησε με την ανελέητη βαριά φωνή της. «Ο αδερφός σου είναι νεκρός. Και μου ανήκει.»
Ο Λιντς νόμιζε πως θα τρελαθεί…Δεν μπορούσε να σκεφτεί…Τα νερά…Η Σειρήνα…Ο Ντένις… Νεκρός… Ο Ντένις… Ο Ντένις, σκέφτηκε…Μόνο αυτό έχει σημασία τώρα. Δεν μπορεί να είναι νεκρός σκέφτηκε το αγόρι και κοίταξε το κεφάλι του αδερφού του. Τον έβλεπε…Τον κρατούσε…
«Λες ψέματα!» ούρλιαξε το αγόρι. «Είναι ζωντανός! Το ξέρω!»
Η Σειρήνα τον κοίταξε ανέκφραστη.
«Το ξέρω…» ψιθύρισε το αγόρι και τα δάκρυα του άρχισαν να πέφτουν στο πρόσωπο του αδερφού του.
«Δεν ακούγεσαι και τόσο σίγουρος…» παρατήρησε ψυχρά η Σειρήνα.
Ο Λιντς έτρεψε το βλέμμα του στην θεά. Το νερό τώρα του έφτανε μέχρι την μέση και δυσκολευόταν να συγκρατήσει το βρεγμένο, βαρύ σώμα του Ντένις.
«Σε παρακαλώ…» έκανε το αγόρι και την κοίταξε με τα μάτια βουρκωμένα. Τα δάκρυα του έπεφταν πάνω στα μαύρα νερά της λίμνης και σαν γαλάζιες πυγολαμπίδες φώτιζαν στο σκοτάδι τους. «Πάρε εμένα στην θέση του. Σε εκλιπαρώ…» βόγκηξε το αγόρι ενώ το κορμί του αδερφού του γλιστρούσε από τα χέρια του.
«Και γιατί να το κάνω αυτό;» ρώτησε η Σειρήνα με μια νότα εκνευρισμού στην φωνή της. «Εκείνος μου ανήκει τώρα και το ίδιο και εσύ σε λίγα λεπτά…Γιατί να χάσω έναν δούλο μου;»
Ο Λιντς άρχισε να κλαίει γοερά. Κραυγές, έβγαιναν από το στόμα του, λες και φώναζε κάποιος άλλος…Εκείνος ήθελε να ικετέψει, όμως το στόμα του δεν έκλεινε για να σχηματίσει τις λέξεις. Δεν έφταιγε αυτός, σκεφτόταν. Δεν ήθελε να ρθει. Εγώ φταίω μόνο…
«Λες να με νοιάζει, ποιος από τους δυο σας φταίει που ήρθατε εδώ;» ρώτησε η Σειρήνα.
Ο Λιντς δεν παραξενεύτηκε, που μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις του. Δεν το ένοιαζε οποιαδήποτε μαγική ικανότητα κι αν είχε αυτή η γυναίκα. Το μόνο που ήθελε ήταν να είναι ζωντανός ο αδερφός του.
«Συγγνώμη» ψέλλισε για άλλη μια φορά και την κοίταξε στα μάτια. Το νερό τώρα του έφτανε μέχρι τον λαιμό και με δυσκολία κρατιόταν στην επιφάνεια μαζί με τον Ντένις.
«Πολύ αργά…» σχολίασε αδιάφορα εκείνη. Ένα κύμα κάλυψε το κεφάλι του Λιντς και τον τράβηξε στον πάτο της λίμνης.

Ο Ντένις άνοιξε τα μάτια του. Μπροστά στεκόταν η Σειρήνα. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Κοίταξε γύρω του και είδε πως ήταν ξαπλωμένος στα νερά μιας ήρεμης λίμνης. Ένοιωθε λες και ήταν πάνω σε πουπουλένιο πάπλωμα. Ήταν βράδυ και η πανσέληνος καθρεφτιζόταν μέσα στο μαύρο νερό. Μπροστά του στεκόταν εκείνη. Τεράστια και επιβλητική. Κοίταξε γύρω του, όμως δεν έβλεπε πουθενά τον Λιντς.
«Μεγαλειοτάτη…» είπε τα αγόρι με καθαρή και γλυκιά φωνή. «Τα σέβη μου…»
Εκείνη έγνεψε αργά, αλλά δεν μίλησε.
Το αγόρι συνέχισε. «Μεγαλειοτάτη…Που είναι ο αδερφός μου;»
«Έφυγε.»
Ο Ντένις παραξενεύτηκε.
«Πού πήγε;»
Η Σειρήνα κοίταξε μέσα στα αθώα, μεγάλα μάτια του μικρού. Η καρδιά του ήταν τόσο καθαρή…Τόσο απαλή…Τόσο ζεστή…
«Στο σπίτι σας.» απάντησε. «Και εσύ θα πας να τον βρεις σε λίγα λεπτά. Πρέπει πρώτα όμως να σου πω δυο πράγματα, πριν φύγεις.»
Το αγόρι την κοίταξε με σεβασμό και γεμάτο ευγνωμοσύνη.
«Πρώτον, δεν θα ξαναέρθετε, ποτέ ξανά εδώ. Ακόμα κι αν σκεφτείτε να με ξαναενοχλήσετε θα πεθάνετε ακαριαία. Το υπόσχεσαι;»
«Το υπόσχομαι.» δήλωσε θαρραλέα το αγόρι.
«Δεύτερον, δεν θα πείτε σε κανένα τι συνέβη απόψε εδώ. Ούτε πώς είμαι, ούτε τι είπα. Σαν να μην ήρθατε ποτέ εδώ. Αν παραβείς την συμφωνία μας θα πεθάνεις. Το υπόσχεσαι;»
«Το υπόσχομαι.»
«Και τρίτον, να θυμάσαι για πάντα και εσύ και ο αδερφός σου, πως σας άφησα να φύγετε μόνο, επειδή δεν είχα άλλη επιλογή. Αν σας ξαναβρώ θα πεθάνετε γιατί οι ζωές σας πλέον μου ανήκουν. Μπορεί να είστε ζωντανοί, αλλά είστε και οι δυο δικοί μου. Το υπόσχεσαι, πως είστε δικοί μου;»
«Το υπόσχομαι.»

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2009

B...\...D


Uknown scenes
in her eyes
the light beside
unknown feels
in his mind
the darkness inside
Bless the velvet sea
and the broken shield
in the dark...
dust...and...blood...

Chasing her fire
in the broken time
of sarrow
you're chasing her light
on the cold sky
she's a sparrow

And with hate
transformed to me
in the dark...

blood..and...dust...

In the dark...
blood...and..dust...
In her hand
ash...so...fast
As he wishes
let..the...past
In the dark
blood...and..dust...

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009

Would ever listen to what
I'm saying the nights
With fulmoon
The prayers I'm singing
To the gods to help me
Fight this beast inside.

But they don't care
Never did
Never will
Care for me
Or you....

In my grave I'm lying
Forever and ever
Inside the ground...

WITH A DEAMON'S WINGS



With a deamon's wings I'm flying
Above the sea of hell
And nothing seems alright
Nothing's like before

With a deamon's tears I'm crying
With a deamon's voice I'm singing
My prayers to the gods to end my pain

With a deamon's wings I'm flying
Above the endless waters of the dark
Above the sea of tears
With endless bodies in the flames

With a deamon's wings I'm flying
With a shadow hunting my dreams
What's all those screams I hear when I sleep?
Like a nightmare it feels

MAKE THE END COME



Make the end come
And never let it go
Make it come
Make it take me away

I need something to end my pain
I need something to let me free
I feel so empty
What a depressing life...
Could you live in a world like mine?
With no colours for my eyes
With no magic for my mind
With no hope for my soul
Could you ever live like me?

I'm not so strong as I used to be
The pain grows sharper
With each breath
It' s poisoning my heart
And every tear burns my flesh
Every tear is made of blood
And every cry sounds like death

I can't speak, I have no breath
I can't move, I have no body
I can't feel nothing but pain
I need someone to take my life away
I need someone to take this curse away

No one feels as lost as me
And even if I'd die I wouldn't be free
Let death pass through the door
I'm not afraid, because nothing feels worse

Make the end come and take me away
Make my pain fade away
Make it disappear like the clouds at heaven's sky...

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2009

Μάτζικα


Μονάχα για λίγες στιγμές, τα σύννεφα άφησαν το φως του φεγγαριού να φωτίσει τον πιο ψηλό πυργίσκο του κάστρου. Ένα ασθενικό, κάτασπρο πρόσωπο έλαμψε μπροστά στην πανσέληνο και έπειτα το φως έσβησε αμέσως λες και κρύφτηκε φοβισμένο από αυτό που αντίκρισε. Το πρόσωπο έμεινε να κοιτάζει τα μαύρα σύννεφα, εκεί ακριβώς που είχε εξαφανιστεί το φως και τα γαλάζια μάτια του έμοιαζαν να διαπερνούν τον ουρανό. Έμειναν σταθερά να περιμένουν ξανά το φεγγάρι, όμως εκείνο δεν εμφανίστηκε όλη τη νύχτα. Τόσο είχε τρομάξει…
Η νύχτα ήταν υγρή και σκοτεινή και το μόνο που φώτιζε μέσα στον συννεφιασμένο ουρανό ήταν τα γαλάζια μάτια της Μάτζικας. Το πρόσωπο της, κάτασπρο, θα έμοιαζε με δεύτερη πανσέληνο στον ουρανό, αν δεν ήταν τόσο αδύνατο και άρρωστο. Τα μάγουλα της ήταν τόσο ρουφηγμένα, που σχημάτιζαν δυο σκιές κάτω από τα ζυγωματικά, και εξαφάνιζαν την υπόλοιπη φυσιογνωμία. Τα μάτια της είχαν το χρώμα του καθαρού και ήρεμου ουρανού, αλλά μόνο γαλήνιο δεν ήταν το βλέμμα της. Αν σε κοιτούσε η αναπνοή σου πιανόταν και μόνο όταν κουραζόταν από το θέαμα σου και αποτραβούσε την ματιά της, μπορούσες και πάλι να αναπνεύσεις ελεύθερα. Απειλητική και ταυτόχρονα αδύναμη. Δεν ήξερες αν έπρεπε να βοηθήσεις αυτήν την κοπέλα ή να απομακρυνθείς για να μην σε κομματιάσει.
Η Μάτζικα έμεινε να κοιτάζει τον ουρανό περιμένοντας να ξαναφανεί η πανσέληνος. Είχε καιρό να δει το φεγγάρι…Για την ακρίβεια ένα εξάμηνο. Της είχε λείψει πολύ, αλλά…
«Νομίζω πως και αυτό άρχισε να με φοβάται…» μονολόγησε η κοπέλα. Η φωνή της ήταν ψυχρή και αδιάφορη. «Εσύ τι λες;» ρώτησε η κοπέλα και γύρισε να κοιτάξει μέσα στον σκοτεινό πύργο, τινάζοντας τα μακριά, μαύρα μαλλιά της, που γυάλισαν μέσα στην νύχτα σαν να ήταν νερό. Κανείς δεν της απάντησε και εκείνη ξανακούμπησε νωχελικά στο μπαλκόνι του πυργίσκου, για να κοιτάξει ακριβώς εκεί που είχε χαθεί το φεγγάρι.
«Μερικοί είναι πολύ ανόητοι…» είπε μετά από μια μικρή φράση. «Και το φεγγάρι είναι ένα από αυτούς…Δεν μπορώ να καταλάβω, γιατί με φοβούνται…Δεν είμαι πια και τόσο επικίνδυνη…Τις περισσότερες φορές, Μαξ, αστειευόμουν. Απλά σε πείραζα…Αλλά εσύ έτρεμες σαν το ψάρι…». Η Μάτζικα σώπασε για λίγο και αναλογίστηκε. «Καιρό έχουμε να φάμε ψάρι, ε Λούσιφερ; Λούσιφερ;» η κοπέλα τράβηξε το βλέμμα της από τον ουρανό και κοίταξε κάτω στο πάτωμα. «Που είσαι αγάπη μου;»
Μια κατάμαυρη, αρσενική γάτα με γαλάζια μάτια βγήκε από το σκοτάδι και πλησίασε στο μαύρο φόρεμα της Μάτζικας. Εκείνη γονάτισε και σήκωσε τον γάτο στα χέρια της. Αυτός νιαούρισε με νάζι και έτριψε την μουσούδα του στην παλάμη της.
«Τι κάνεις γλυκούλι μου;» ρώτησε τον γάτο και τον κοίταξε με τρυφερότητα. «Αύριο σου υπόσχομαι ότι θα φας ψαράκι. Εντάξει ψιψίνε μου; Εντάξει κούκλε μου;» Σήκωσε την γάτα και έτριψε την μύτη της πάνω στο μουσούδι του. Ο γάτος νιαούρισε χαρούμενα, λες και είχε καταλάβει τι του είχε πει. «Αύριο, πρωί-πρωί, θα στείλω τον Μαξ στην λίμνη…» η Μάτζικα σώπασε απότομα. Όταν ξαναμίλησε η φωνή της είχε χάσει κάθε ίχνος τρυφερότητας και είχε πάρει τον γνωστό αδιάφορο και άκαρδο τόνο της. «Α, ναι το ξέχασα…» έκανε και κούνησε το κεφάλι της, προσπαθώντας να διώξει μια δυσάρεστη σκέψη. «Ξεχνάω εύκολα τώρα τελευταία. Μάλλον θα φταίει που έχω καιρό να δω το φεγγάρι…Ίσως πρέπει να βγαίνω έξω περισσότερο, αν και οι έξοδοι μου προκαλούν πονοκεφάλους και αϋπνίες…Τουλάχιστον ένοιωσα κάπως καλύτερα σήμερα…Να ‘σαι καλά Μαξ. Πάντα ξέρεις πώς να με κάνεις να νοιώθω καλύτερα…Τι να πω; Το έχεις στο αίμα σου…» Ένα ανατριχιαστικό, στριγκό γέλιο αντήχησε από το στόμα της, σε ολόκληρο το κάστρο και έπεσε σαν βροχή για να παγώσει ακόμα πιο πολύ την νύχτα. Δυο νυχτερίδες πέταξαν από την οροφή του πύργου τρομαγμένες. «Νυχτερίδες.» σκίρτησε χαρούμενα η κοπέλα. «Πόσο μ’ αρέσουν οι νυχτερίδες…Ευτυχώς έχουμε πολλές εδώ. Δεν συμφωνείς Λούσιφερ;»
Η γάτα νιαούρισε χαρούμενα, για να συμφωνήσει. Η κοπέλα κοίταξε πάλι μέσα στον πυργίσκο με ενοχλημένο βλέμμα.
«Εσύ πάλι Μαξ, όλο τις ενοχλούσες…» διαπίστωσε αποδοκιμαστικά η Μάτζικα. «Τι πρόβλημα είχες ποτέ μου δεν το κατάλαβα…Και ούτε πρόκειται, όπως φαίνεται…» συνέχισε η κοπέλα αδιάφορα. Έπειτα όμως σοβάρεψε και το ύφος της ήταν προειδοποιητικό. «Και μην νομίζεις πως δεν είχα παρατηρήσει, ότι συνέχεια έκανες θόρυβο και χτύπαγες παλαμάκια, όταν έμπαινες στο δάσος για κυνήγι την νύχτα. Απλά δεν σου έλεγα τίποτα, γιατί όποτε σου μιλάω γίνεσαι κάτασπρος…Και το σιχαίνομαι, όταν χλομιάζουν οι άλλοι…» είπε η κοπέλα με ένα νεύμα του χεριού της όλο αποστροφή. «Δεν το μπορώ, όταν οι άλλοι ασπρίζουν. Γι αυτό σε λατρεύω εσένα, γατούλη μου.» είπε και χάιδεψε το κεφάλι του Λούσιφερ. «Γιατί ξέρω ότι δεν θα ασπρίσεις ποτέ. Θα μείνεις για πάντα ο μαύρος, λατρεμένος μου γατούλης…»
Η Μάτζικα έσφιξε στην αγκαλιά της τον Λούσιφερ με στοργή.
«Το μόνο που ανέχομαι να είναι άσπρο, είμαι εγώ και το φεγγάρι!» δήλωσε αποφασιστικά μετά από μια μικρή παύση. «Και επιτέλους δεν καταλαβαίνω, γιατί με φοβόσουν τόσο, Μαξ;»
Καμία απάντηση.
«Νεκρική σιγή…» σχολίασε η Μάτζικα. «Μα τι φοβόσουν; Ότι θα σε δαγκώσω;»
Η Μάτζικα ξέσπασε πάλι σε ένα παγωμένο, τρομαχτικό γέλιο. Ένα κοράκι, που καθόταν ήρεμο πάνω στον πύργο, έκρωξε δυνατά φοβισμένο και πέταξε γρήγορα μακριά από το δάσος. Σίγουρα δεν θα ξαναπλησίαζε ποτέ αυτό το απαίσιο μέρος...Ότι ζωντανό κι αν υπήρχε στο κάστρο είχε πεθάνει από το φόβο του. Από κάπου μακριά ακούστηκε το φοβισμένο κλάμα ενός μωρού, όμως η κοπέλα συνέχισε άσπλαχνα να γελάει μέχρι που τα μάτια της δάκρυσαν.
«Μα, τι με έχει πιάσει;» αναρωτήθηκε η κοπέλα, ξαφνιασμένη από το κέφι της, και σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια της. «Σε καλό να μου βγει…Μου φαίνεται Λούσιφερ, πως η σημερινή μας «περιπέτεια» μου έκανε καλό τελικά. Θα το κάνω πιο συχνά, από εδώ και πέρα…»
Ο Λούσιφερ ανατρίχιασε ακούγοντας τα λόγια της Μάτζικας και έγδαρε λίγο με τα νύχια του το χέρι της. Ωστόσο η κοπέλα δεν φάνηκε να πονάει ιδιαίτερα, παρά μόνο να ενοχλείται.
«Εντάξει, εντάξει, όπως θες…Όχι άλλο για αυτόν τον μήνα…» υποσχέθηκε η κοπέλα και χάιδεψε το αφηρημένα τον γάτο της. Ο Λούσιφερ νιαούρισε ευχαριστημένος και βολεύτηκε στην αγκαλιά της κοπέλας. Ένας παγωμένος, βόρειος άνεμος φύσηξε και ανακάτεψε τα λαμπερά μαλλιά της. Ούτε εκείνη, ούτε ο γάτος της όμως έδωσαν σημασία. Η Μάτζικα είχε καρφωμένα τα μάτια της στο σημείο που είχε εξαφανιστεί το φεγγάρι…Ήθελε πολύ να του μιλήσει…
«Έξι μήνες…Έξι μήνες πέρασαν κι ακόμα να εμφανιστεί. Σχεδόν μισός χρόνος…Δεν νομίζω, πως μπορεί κανένας, να με κατηγορήσει, γι αυτό που έγινε σήμερα. Ήταν αναμενόμενο…» μονολόγησε η κοπέλα κάπως θυμωμένα και με μια νότα πίκρας στη φωνή της. «Αν ήθελε τουλάχιστον να με βοηθήσει, ας εμφανιζόταν για λίγο, ίσα να με ακούσει για πέντε λεπτά και μετά ας εξαφανιζόταν πάλι…»
Όσο επίμονα, όμως κι αν κοιτούσε η κοπέλα τον ουρανό, όσο κι αν παρακαλούσε για λίγο σεληνόφως, το φεγγάρι ήταν ανυποχώρητο. Δεν εμφανίστηκε όλη την νύχτα ούτε για μια στιγμή.
«Πες μου Μαξ, μόνο πάνω από το κάστρο μου κρυβόταν ή δεν έχει εμφανιστεί εδώ και μισό χρόνο σε ολόκληρο το χωριό;»
Σιωπή.
«Δεν μιλάς, λοιπόν…Μάλλον τα νέα είναι άσχημα…Ώστε μπορεί να κρύβεται μόνο πάνω από μένα. Εντάξει αφού θέλει να παίξουμε έτσι θα χρησιμοποιήσω κι εγώ αθέμιτα μέσα. Αύριο, Λούσιφερ, θα περάσουμε την νύχτα μας στο χωριό.»
Αν το γέλιο της κοπέλας, προηγουμένως, είχε τρομάξει όλο το κάστρο τα λόγια που ξεστόμισε τώρα ήταν ικανά να παγώσουν το αίμα όλων των ζωντανών ψυχών…Ακόμα και ο αέρας τρόμαξε και σταμάτησε να ανακατεύει τα μαλλιά της. Ο Λούσιφερ νιαούρισε παρακλητικά στην Μάτζικα και εκείνη αναστέναξε κουρασμένη.
«Τι έχεις πάθει Λούσιφερ μου; Παλιά δεν σε ενοχλούσαν οι εξορμήσεις μου…Σαν πολύ πονόψυχος δεν έχεις γίνει;»
Η Μάτζικα κοίταξε τον γάτο παραξενεμένη και κάπως απογοητευμένη. Εκείνος νιαούρισε γλυκά και τρίφτηκε πάνω της. Η κοπέλα ένοιωσε κάπως ανακουφισμένη.
«Καλά, καλά, καταφερτζή…Έτσι κι αλλιώς σου υποσχέθηκα πως δεν θα κάνω τίποτα άλλο για αυτόν τον μήνα…Στο χωριό όμως θα πάω.» δήλωσε αποφασιστικά. «Σου υποσχέθηκα πως αύριο θα φας ψάρι και εγώ κρατάω τις υποσχέσεις μου…Τώρα που ο Μαξ δεν μπορεί πια να πηγαίνει, μάλλον θα βγαίνω εγώ…Έτσι θα δω και το φεγγάρι…»
Όσο μιλούσε τα μάτια της ήταν καρφωμένα στον ουρανό, εκεί που είχε προβάλει το φως.
«Μαξ, ποια ρούχα να πάρω μαζί μου;»
Κανείς δεν απάντησε.
«Πφφφ…Εσείς οι υπηρέτες δεν παίρνετε ποτέ πρωτοβουλίες…» Ο Λούσιφερ γλίστρησε από την αγκαλιά της. «Μια ζωή σιωπηλοί και υπάκουοι…Ακόμα και όταν πεθαίνετε παραμένετε σιωπηλοί…» σχολίασε η Μάτζικα και μπήκε μέσα στο σκοτεινό της δωμάτιο.
Τα σύννεφα απομακρύνθηκαν και το φως των αστεριών φώτισε το δωμάτιο του πυργίσκου. Ο Λούσιφερ έτρεξε κοντά στο φουστάνι της κοπέλας, αφήνοντας πίσω του μικρά, αιματοβαμμένα σημάδια από τις πατούσες του. Πλησίασε το πτώμα του υπηρέτη, που κειτόταν άψυχο και παγωμένο μπροστά στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας, με τα δυο του μάτια γυάλινα, ορθάνοιχτα και καρφωμένα στο ταβάνι. Δυο μεγάλα σημάδια από δόντια αιμορραγούσαν στον λαιμό του, βάφοντας το πέτρινο πάτωμα κόκκινο. Ο γάτος στάθηκε και κοίταξε στο πρόσωπο του Μαξ και είδε να καθρεφτίζεται μέσα του ο θάνατος. Η Μάτζικα γύρισε και κοίταξε τον Λούσιφερ.
«Τι τρέχει, ψιψίνε μου;»
Ο γάτος ακούμπησε τα πατουσάκια του πάνω στον δαγκωμένο λαιμό του Μαξ.
«Δίκιο έχεις…» συμφώνησε η κοπέλα. «Το καλύτερο άφησα…»
Η Μάτζικα έσκυψε και δάγκωσε ακόμα πιο βαθιά τον λαιμό του υπηρέτη της. Αίμα έτρεξε από τον ήδη πληγωμένο λαιμό του και λέρωσε ακόμα πιο πολύ το δωμάτιο. Ρυάκια αίματος έβαψαν τα χέρια της Μάτζικας και έτρεξαν στο αιμοταβαμμένο της φόρεμα. Τα αστέρια φώτισαν τις βαθυκόκκινες, στραφταλιστές σταγόνες, που έτρεχαν πάνω στους πέτρινους τοίχους σχηματίζοντας λεπτές κόκκινες γραμμές. Ο δίσκος με το φαγητό που είχε φέρει ο Μαξ, είχε αναποδογυρίσει και το κόκκινο κρασί είχε χυθεί στο πάτωμα και είχε ανακατευτεί με το αίμα του υπηρέτη. Ο Λούσιφερ πλησίασε στη λιμνούλα, που σχημάτιζαν το κρασί και το αίμα και ξεδίψασε. Η κοπέλα τελείωσε το βραδινό της, σκούπισε το σαγόνι της και κοίταξε πάλι στο σημείο που είχε εξαφανιστεί το φως του φεγγαριού.
«Θα τα πούμε σύντομα…» υποσχέθηκε. Ύστερα ξάπλωσε στο κρεβάτι της, αγκάλιασε τον Λούσιφερ και έμεινε ξάγρυπνη για όλο το βράδυ.




Twilight


Πολύ ωραία ταινία...Τέλειο σενάριο (όπως πάντα σχεδόν, όταν μιλάμε για βιβλία που γίναν ταινίες), τέλεια σκηνοθεσία (επιτέλους το αίμα δεν έμοιαζε με κέτσαπ), καταπλκτικές ερμηνείες (το βλέμμα της πείνας του πρωταγωνιστή ήταν ασύληπτο!), πανέμορφα τοπία...Ειδικά για άτομα σαν εμένα και την Dark Angel from Flames, που έχουμε πετριά με τα βαμπίρ (οχι δεν φαίνεται καθόλου αυτό....) μπήκε στο Top 10 μας. Και τα καλά νέα; Είναι τετραλογία!!!